I Don’t Dance

Η οθόνη πάλλεται. Ένα αλλοιωμένο Under Pressure ηχεί και καταρρέει σταδιακά, όσο ο θεατής περιπλανιέται στις οδυνηρά κατακερματισμένες αναμνήσεις της Sophie, όπου παρόν και παρελθόν, πραγματικότητα και μνήμη, επιθυμία και αποστροφή συγκρούονται και αλληλοεπιδρούν.

Μέσα από βίαιες εναλλαγές θερμών και ψυχρών χρωμάτων, καταιγιστικού φωτός και σκοταδιού, το Aftersun κορυφώνεται και η μουσική καθίσταται το κλειδί της αφήγησης, αφού όσα η Wells άφησε να εννοηθούν κατά τη διάρκεια της ταινίας, επιβεβαιώνονται μέσω των στίχων και της ιδιαίτερης μεταχείρισης του κομματιού. Παρακολουθούμε τον τελευταίο τους χορό.


Το μοντάζ κατασκευάζει μία στιχομυθία, χτίζοντας γέφυρες μεταξύ χώρων και χρόνων και δημιουργεί έναν τόπο όπου τα συναισθήματα και οι εμπειρίες μπορούν να απεικονιστούν χωρίς ο κινηματογράφος να καταφύγει σε λέξεις.


Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αποτύπωσης της αίσθησης της εποχής, μέσω της ενδο-αφηγηματικής χρήσης τραγουδιών που εδραιώνουν τις σκηνές στο χρόνο. Ο συνδυασμός των μουσικών αναμνήσεων της Sophie με τις πρωτότυπες συνθέσεις του Oliver Coates και τη μουσικότητα που διέπει το σύνολο της ταινίας – τις ρυθμικές αναπνοές των χαρακτήρων, τους παφλασμούς των κυμάτων και τα σφυρίγματα των αεροπλάνων που διαταράσσουν την καλοκαιρινή γαλήνη – (Blagburn, 2023) βυθίζει το θεατή στη διαδικασία της αναβίωσης και της επεξεργασίας του παρελθόντος στη διαδρομή προς την κατανόηση και την αποδοχή.


Μιλώντας για τη σημασία του Under Pressure ο Blair McClendon, μοντέρ της ταινίας, εξηγεί πως κατά κάποιο τρόπο «γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ των χαρακτήρων» καθώς πρόκειται για ένα τραγούδι που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην εποχή του Calum από ότι σε αυτή της κόρης του (Willman, 2022). Όπως και στο υπόλοιπο της ταινίας, η Wells αρνείται να δώσει απαντήσεις ή να αιτιολογήσει συμπεριφορές, αλλά καλεί το θεατή να εξερευνήσει τα εσωτερικά ζητήματα των χαρακτήρων της, μέσω ενός υφαντού συναισθημάτων, αισθήσεων, επικοινωνιακών κενών και ελλείψεων.


Η σταδιακή αποδόμηση του Under Pressure που καταλήγει στις ωμές, απομονωμένες φωνές του Mercury και του Bowie, συνθέτει μια ωδή στην απώλεια και στους μηχανισμούς αντιμετώπισής της. Το τραγούδι ηχεί σαν μακρινή ανάμνηση και η δημιουργική του επεξεργασία φτιάχνει μία ηχοτοπία που καθιστά το τραγούδι μοναδικό, αφού ακούμε μια εκδοχή του, η οποία δεν υφίσταται εκτός της πραγματικότητας των χαρακτήρων.


Η μουσικότητα του Aftersun εξερευνά τις παύσεις, τις σιωπές και την ηχητική διαστρέβλωση, δημιουργώντας μια ποιητική δυναμική (Blagburn, 2023), η οποία διεισδύει στον ψυχικό κόσμο των χαρακτήρων όχι για να ερμηνεύσει συναισθήματα, αλλά για να εικονοποιήσει το υποσυνείδητο – να οπτικοποιήσει τη λειτουργία της μνήμης – θολώνοντας τα όρια αναμνήσεων και εμπειριών.
Το τραγούδι τελειώνει και η σιωπή σηματοδοτεί μια από τις πιο οδυνηρές συνειδητοποιήσεις της ενηλικίωσης – πως η αγάπη δεν είναι αρκετή, ακόμα και όταν μοιραζόμαστε τον ίδιο ουρανό.

Βιβλιογραφία:
Blagburn, F. “How Lucy Bright and Oliver Coates built the musical universe of Aftersun” Crack Magazine, 6 Jan 2023, https://crackmagazine.net/article/profiles/how-lucy-bright-and-oliver-coates-built-the-musical-universe-of-aftersun/
Willman, C. “Behind the Music of ‘Tár’ and ‘Aftersun’: Music Supervisor Lucy Bright on Cate Blanchett, the Classical World and the Majesty of ’Under Pressure’” Variety, 27 Nov 2022, https://variety.com/2022/artisans/news/tar-aftersun-music-supervisor-lucy-bright-classical-score-songs-cate-blanchett-1235442739/